υπόσκεψη

μπερδεύομαι ανάμεσα στο η παρέα θέλει θάλασσα και στο η θάλασσα θέλει παρέα, κατηφορίζω δηλαδή δεν κατηφορίζω, απλά παίζει μια κλίση, κοιτάω το χώμα κάτω που σηκώνει μίνι θύελλα με κάθε βήμα, πολύ φασαρία ρε πω, λίγο μετά το χώμα γίνεται πέτρα πετραδάκι ύστερα χαλίκι χοντρό μιξαρισμένο με ψιλό και τέλος άμμος λίγο πριν και μέσα στη θάλασσα, συνεχίζω, σκέφτομαι για πόση ώρα ακόμα θα πατώνω γαμώ το νησί σας, πατώνω τελικά για αρκετή, οκ πέφτω γιατί απ' ό,τι φαίνεται δεν είμαι το μόνο ρηχό πράγμα στην περιοχή- πιο φωτεινός πιο φωτεινούλης τώρα κάθομαι πλατσουρίζοντας στην ίδια θέση, δεν κολυμπάω είναι βαρετό, ευτυχώς είναι κάπως ζεστά τα νέρα ναι οκ σαν κατουρημένα, ετοιμάζομαι να κάνω ένα καλό μακροβούτι όχι απ'τα καλύτερά μου ούτε το καλύτερο της ευρώπης ναι ντάξει δεν έχω διάθεση σήμερα, λέω να το κάνω στα πλάγια για να μη φανεί καλά η απόσταση που θα διανύσω και κομπλάρουν οι υπεραθλητές παμεποτάκι δεςτοπτυχίομου τού λεκανοπεδίου οι οποίοι παίζουν ανέμελα ρακέτα με το κεφάλι τους στην ακτή ανεμίζοντας τα φακόρυζο μαλλιά τους, το επιχειρώ, είναι πιο καλό από αυτό που περίμενα, βγαίνω κοντά σε βραχάκι λέω α καλούτσικο καλούτσικο δυνατά ψιθυριστά λες και με ακούνε κάτι αγωνιστικά γυαλάκια κολύμβησης που είναι παρατημένα λίγο πιο πάνω, πλάι τους ωπ όου βλέπω αστερία  ο οποίος στέκει έτσι ξαπλωμένος ηλιοκαμένος, μιλάει μου μιλάει αλλά δεν μπορώ να καταλάβω, τελοσπάντων πάτάω τους μη ενσωματωμένους (δημιουργήθηκε αυτόματα) υπότιτλους από κάτω μήπως και βγάλω κάτι, διαβάζω τα εξής: άκουσα αυτό που είπες από μέσα σου καριόλη για το νησί αλλά και για τον εαυτό σου μετά, λοιπόν άαακου να σου πω τσίκι άκου να σου πω καυλίνο, το γεγονός ότι μιλάς άσχημα για τον εαυτό σου νομιμοποιεί τη φάση τού να βρίζεις και να στοχοποιείς τις περιοχές και τους ανθρώπους των; πάω να σκεφτώ το ανθρώπους των και τι θα πω αλλά συνειδητοποιώ πως δεν έχει νόημα να σκεφτώ αφού θα το ακούσει οπότε γιατί να μη μιλήσω έτσι και για λίγο γυμναστική, του εξηγώ  ότι δεν είχα πρόθεση να θίξω κανένα  και ρε φιλλλε άλλο αυτά που σκέφτεται κάποιος άλλα αυτά που λέει, άλλα αυτά που κάνει και τα ρέστα, επιπλέον δεν προσωποποίησα θα μπορούσα να είχα αναφερθεί σε οποιοδήποτε νησί άσχετο με αυτό που είμαστε τώρα, απαντάει κάτι που δεν πιάνω μιας και απενεργοποιήθηκαν οι υπότιτλοι για λίγο, ανανεώνω τη σελίδα για να ξεκολλήσει, όταν ξαναεμφανίζονται, διαβάζω: σε γρουφου θέλω φου ροτοτάτα αγάπα αστρόσκονη κορμί της, σκέφτομαι ότι κάτι μαλακία έγινε οπότε ξανανανεώνω και του κάνω νόημα να επαναλάβει, α ωραία μοιάζει να λειτουργούν τώρα γιατί διαβάζω: όχι μάγκα δεν είναι άλλο το ένα, αλλο το άλλο, άλλο το παράλλο, πρόσεξε πριν είναι αργά αν και είναι όπως με πληροφόρησε στο βάι περ λεκ ο βασιλιάς της παραλίας σε συνεννόηση με τον βασιλιά της ξαπλώστρας, λοιπόν ναι μαζέψου, μαζέψου, η αντίδρασή μου έμελλε [(έμελλε χα ανέκδοτο)] να είναι αρκετά άσχημη γιατί αυτή η τελευταία λέξη, αυτό το ρήμα, αυτή η κλίση του, με σατάνιζε από μικρό όποιος και να ήταν ο αποστολέας της, κοίταξε λέω, έτσι κάπως με στόμφο, άδικο δεν έχεις σε μερικά πραγματάκια αλλά δεν θα σου δώσω αναφορά τι λέω τι σκέφομαι τι κάνω, τρικάριολε, τι είσαι αστυνομία; ο μπάτσος αστερίας της παραλίας; λοιπόν σκάσε μη με δαιμονίζεις και σπάσε από έδω ή όχι καλύτερα κάτσε εδώ μέχρι να καείς πάνω σε αυτές τις σκατές τις κοτρώνες τα βράχια πως διάολο τα λένε, σπάω εγώ, δεν απάντησε τίποτα, πράγμα που με έκανε να υποθέσω ότι τον τρόμαξα οπότε γύρισα πλάτη σε στυλ να πας στο διάολο και άρχισα να ετοιμάζομαι για το μακροβούτι επιστροφής, λίγο πριν πέσω άκουσα να μιλάει και να τον καταλαβαίνω, τα έλεγε όμως αρκετά γρήγορα οπότε γυρίζω και λέω μίλα αργά ρε μαλάκα μ ί λ α αργάαα, τον βλέπω να σηκώνεται όρθιος και να με κοιτάει στα μάτια, μάτια δεν έβλεπα αλλά τα φαντάστηκα απ΄τη στάση του, άρχισε να προφέρει συλλαβή συλλαβή κάτι, αναρωτήθηκα αν θέλει απλά να μου σπάσει τα νεύρα, αλλά ξαφνικά φώναξε: όχι ρε μαλάκα, αυτό που θέλω να πω και θα κλείσω με αυτό γιατί είσαι πάπαρος ή απλά δέρμα, είναι ότι δεν πρόκειται να χαρείς μπάνιο όπου και να πας εδώ γιατί θα στέλνω τους δικούς μου οργανισμούς να σε γαμάνε όπου σταθείς, κούνησα αυτόματα και απότομα το χέρι με ρυθμό  τραγούδα μόνος σου - θα μου κλάσεις και ύστερα βούτηξα, πριν βραχεί το αυτί άρπαξε μέρος της τελευταίας του φράσης που ήταν καλάα καλάααα, έφτασα στο σημείο που είχα ξεκινήσει, σκέφτηκα να μη σκεφτώ γιατί πιάνει σήμα κι εδώ αυτός, οπότε άρχισα να βγαίνω έξω απ΄το νερό σιγά σιγά με μπαλόνια τσέπες φυσικά,  προσπάθησα να ακολουθήσω την ίδια γραμμή που με είχε οδηγήσει πριν μέσα στο νερό αλλά δεν τα κατάφερα γιατί με είχε ταράξει όλη η φάση, άσε που σκεφτόμουν ότι αυτός θα με ακούει για πάντα και παντού από δω και πέρα, βγήκα έξω λοιπόν και ξάπλωσα σε κάτι πρόχειρα φύκια που βρήκα, μου ήρθε στο μυαλό ένας φίλος που τα έγλειφε για να γευτεί το αλάτι τους, θέλησα να το κάνω αλλά μετά είπα όχι γάμα το, άρχισα να ανησυχώ λίγο με αυτά που είπε, λες όντως να μου την πέσουν τίποτα μέδουσες τσούχτρες την επόμενη φορά; αυτό δεν εννοούσε με το οργανισμοί; ή μπα αποκλείεται μαλακίες μπλοφάρει;  στη συνέχεια σκέφτηκα εσένα, ευχήθηκα το φθινόπωρο που έρχεται να σε πετύχω και να μη πούμε μόνο το γειατιεγινεκαλά αλλά και το τι λεεικαλαπουπήγεςκαλοκαίρι, σκέφτηκα να αρχίσω να σχηματίζω από τώρα την ανάρτηση της 1ης σεπτεμβρίου η οποία θα έχει τίτλο =το πάντα φρέσκο= καλή χρονιά και καλό σκοτάδι, μετά σκέφτηκα τι σκατά ήθελα και ήρθα εδώ, καλύτερα διαμέρισμα και θέα στο μπαλκόνι μπαλκόνια, έπειτα πετάχτηκα στον αέρα έντρομος ότι ακόμα ακούει τι λέω ο γαμημένος αστερίας και του δίνω τζάμπα πληροφορίες, τέλος και ένω άρχισα να περπατάω ανησύχησα λίγό παραπάνω, μήπως με άκουγε πάντα; ή μήπως με άκουγε από πάντα; θεώρησα σωστό να τρέξω και να αλλάξω τα εισιτήρια σήμερα κιόλας, να φύγω όσο πιο σύντομα γίνεται ώστε και, και ναι και να τα σκεφτώ όλα αυτά στον χώρο μου πλάι  κάτω και πάνω από ένα παιδί μετράει τα αστεράκια στο ταβάνι